Ν.Καραγιαννακίδης-Κ.Λυκουρίνος: Υδραγωγείο (Καμάρες).

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το βιβλίο των Ν.Καραγιαννακίδη-Κ.Λυκουρίνου:
«Νεάπολις-Χρστούπολις-Καβάλα (Οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο της παλιάς πόλης)», Δήμος Καβάλας, σελ. 152-158.
Το πιο αναγνωρίσιμο μνημείο της Καβάλας είναι το μεγάλο τοξωτό υδραγωγείο της, γνωστό με το όνομα «Καμάρες». Το εντυπωσιακό αυτό μνημείο,  μήκους 270 και μέγιστου ύψους 25 μέτρων, είναι κτισμένο από ντόπιο γρανίτη και πλίνθους, πατά σε ι8 ογκώδη μεσόβαθρα («ποδαρικά») και φέρει διπλή και σε ορισμένα σημεία τριπλή σειρά επάλληλων τόξων.

Οι σημερινές Καμάρες είναι το τελευταίο τμήμα ενός τεράστιου υδραγωγείου της πρώτης περιόδου της τουρκοκρατίας. Στις αρχές του 16ου αιώνα η άνυδρη χερσόνησος της Παναγίας υδροδοτήθηκε με τα νερά που πηγάζουν από την περιοχή της Παλιάς Καβάλας. Το νερό διοχετευόταν στην πόλη μέσω ενός κτιστού επίγειου αγωγού μήκους εξίμισι χιλιομέτρων. Ο υδραγωγός ξεκινούσε από πηγή που βρίσκεται σε υψόμετρο 400 μ. και είναι γνωστή ως «μάνα του νερού» ή «Σούμπαση» ή «τρία Καραγάτσια», κατά τη διαδρομή του ακολουθούσε συνεχώς την κλίση του εδάφους και στις ρεματιές που διέκοπταν την πορεία του περνούσε πάνω από πέντε πέτρινες υδατογέφυρες, που είχαν κτιστεί γι’ αυτό το σκοπό. Ορισμένα τμήματα του σώζονται ακόμη σε ικανοποιητική κατάσταση και η πορεία του είναι ευδιάκριτη μέχρι την είσοδο του στα όρια της σημερινής Καβάλας, συγκεκριμένα μέχρι την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου.

Το τελευταίο τμήμα του αγωγού το αφάνισε, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η δημιουργία των βορειοανατολικών μαχαλάδων της πόλης. Όμως η πορεία του υποδηλώνεται από το όνομα της συνοικίας Σούγιολου («δρόμος του νερού»), διά μέσου της οποίας κατέληγε στις Καμάρες.

Το επιβλητικό τοξωτό υδραγωγείο κατασκευάστηκε για να γεφυρώσει το χαμηλό μέρος που χωρίζει τη χερσόνησο της Παναγίας από τα απέναντι υψώματα. Έτσι το νερό έφτανε στις δημόσιες κρήνες, στις δεξαμενές, στα λουτρά και στα ιδρύματα της πόλης. Οι διαδρομές του δικτύου και οι θέσεις όπου υπήρχαν κοινόχρηστες βρύσες υποδηλώνονται από τις παλιές ονομασίες μερικών τοποθεσιών ή οδών της χερσονήσου: Αράπ τσεσμέ (μαύρη βρύση = η οδός Βυζαντίου), Ντεβέ τσεσμέ (βρύση της καμήλας = η οδός Ναυαρίνου) κλπ. Δημόσιες κρήνες είχαν οι περισσότερες οδοί της παλιάς πόλης. Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα σώζονταν δεκατέσσερις. Σήμερα υπάρχουν απομεινάρια τριών, στην αρχή της οδού Μεχμέτ Αλή, σε πάροδο της οδού Βυζαντίου και στην οδό Ιουστινιανού.

Οι Καμάρες στη σημερινή τους μορφή είναι έργο των αρχών του 16ου αιώνα και αποδίδεται στον Ιμπραήμ πασά, βεζύρη του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Νομοθέτη. Κτίστηκαν μεταξύ 1520-1530, περίοδο κατά την οποία κατασκευάστηκαν στην Καβάλα μεγάλα έργα υποδομής, που αποσκοπούσαν στην ανασυγκρότηση της πόλης, μετά την καταστροφή του 1391 και τη μακρά περίοδο εγκατάλειψης του οικισμού.

Το Υδραγωγείο υπήρξε έργο ζωτικής σημασίας για την Καβάλα. Το νερό έκανε τον οικισμό βιώσιμο, συνέβαλε στην ανάπτυξη των αστικών λειτουργιών του, στην εγκατάσταση νέων κατοίκων και στη μεγάλη αύξηση του πληθυσμού του. Με δυο λόγια, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για τη μεταμόρφωση της Καβάλας από ασήμαντο οικισμό σε μικρή πόλη. Τον ευεργετικό ρόλο του επισημαίνουν και οι περιηγητές της εποχής: Ο Pierre Belon αναφέρει στα 1547 ότι «η Καβάλα ήταν στο παρελθόν έρημη και ακατοίκητη, αλλά λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του Υδραγωγείου έγινε ένας «όμορφος και πολυάνθρωπος οικισμός».

Οι Καμάρες είναι έργο τεράστιο, δυσανάλογο με το μέγεθος του τότε ασήμαντου οικισμού. Παρόμοιο υδραγωγείο της οθωμανικής περιόδου, τέτοιας κλίμακας και τόσο ισχυρής κατασκευής, δεν εντοπίζεται αλλού. Πιθανολογείται λοιπόν ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε υδραγωγείο παλαιότερης περιόδου, πάνω στα απομεινάρια του οποίου κτίστηκαν οι Καμάρες.

Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούν και οι διαπιστώσεις της αρχαιολογικής έρευνας στις Καμάρες, στις υδατογέφυρες και στον αγωγό. Για παράδειγμα, τρία από τα ποδαρικά των Καμάρων έχουν στο κατώτερο τμήμα τους τειχοποιία με χοντροπελεκημένους λίθους, που διαφέρει εμφανώς από την τειχοποιία των υπόλοιπων ποδαρικών και ανήκει ασφαλώς σε φάση αρχαιότερη του 1520-1530, πιθανόν στη μεσοβυζαντινή περίοδο. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για δύο από τις πέντε υδατογέφυρες. Έχουν διαφορετικές μορφές τόξων και το αρχικά χαμηλότερο επίπεδο του οδοστρώματος τους χρειάστηκε να υπερυψωθεί για να έρθει στο ίδιο ύψος με τον επίγειο αγωγό. Γενικά, με βάση τα μορφολογικά στοιχεία της όλης κατασκευής, αλλά και τα ξαναχρησιμοποιημένα υλικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το υδραγωγείο είναι έργο παλαιότερο από την περίοδο της τουρκοκρατίας.

Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη μαρτυρία του Belon, που έμεινε στην Καβάλα τρεις μέρες του 1547, δηλ. περίπου 20 χρόνια μετά την κατασκευή του υδραγωγείου. Ο Γάλλος περιηγητής αναφέρει ότι ο Ιμπραήμ πασάς αναστήλωσε («restaura») το υδραγωγείο, το οποίο ήταν, όπως πιστεύει, έργο των βασιλέων της Μακεδονίας. Η μαρτυρία θεωρείται αξιόπιστη, καθώς αναμφίβολα βασίστηκε σε πληροφορίες εντόπιων, οι οποίοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες της κατασκευής του υδραγωγείου (ορισμένοι ίσως και να είχαν εργαστεί εκεί) και γνώριζαν τι υπήρχε στο χώρο αυτό πριν από την ανοικοδόμηση των Καμάρων.

Σε ποια εποχή ανάγεται όμως αυτό το παλαιό υδραγωγείο, ο αρχικός πυρήνας των Καμάρων; Υποστηρίχθηκε στο παρελθόν ότι οι Καμάρες ανοικοδομήθηκαν πάνω στο βυζαντινό τείχισμα, το «μακρό τείχος» που έκτισε το 1307 ο Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος για να ελέγχει τη μοναδική διάβαση από τη Μακεδονία στη Θράκη. Κατά την εκδοχή αυτή, το τείχισμα, που ξεκινούσε από το ύψωμα του Σανατόριου, ακολουθούσε στο τελείωμα του την πορεία των μεταγενέστερων Καμάρων, έφραζε το στενό ισθμό και κατέληγε στο κάστρο της Χριστούπολης. Σ’ αυτό το τελευταίο τμήμα του ενσωμάτωνε τον αγωγό του νερού και έτσι εκτός από τον αμυντικό του ρόλο επιτελούσε παράλληλα και λειτουργία υδραγωγείου.

Η άποψη αυτή αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτηματικά. Πιο πειστική φαίνεται η άποψη ότι οι Καμάρες είναι το ρωμαϊκό υδραγωγείο της αρχαίας Νεάπολης. Κατασκευάστηκε πιθανότατα κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, ανάμεσα στον 1ο και τον 6ο, δέχτηκε κατά καιρούς πολλές επισκευές και πρέπει να διατήρησε την αρχική λειτουργία του τουλάχιστον μέχρι και τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Τη φθορά του χρόνου και των διαφόρων επιδρομέων ολοκλήρωσε η οθωμανική κατάκτηση της Καβάλας. Από τα τέλη του 14ου αιώνα, ίσως όμως και από πολύ νωρίτερα, το υδραγωγείο έπαυσε να λειτουργεί και να συντηρείται. Στα 1520-1530 επισκευάστηκε ριζικά ο αγωγός του νερού σ’ όλη του τη διαδρομή, από τα Τρία Καραγάτσια μέχρι την πόλη, κτίστηκαν ή επιδιορθώθηκαν οι υδατογέφυρες και στη θέση του κατεστραμμένου υδραγωγείου ανοικοδομήθηκαν οι επιβλητικές Καμάρες.

Το παλιό αυτό Υδραγωγείο ύδρευε την πόλη της Καβάλας μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση για τέσσερις αιώνες χάρη στη συνεχή και συστηματική συντήρηση του και τις κατά καιρούς επισκευές. Τεκμήριο των συνεχών επεμβάσεων είναι η πολυμορφία των τόξων του. Γράφει σχετικά ο αρχαιολόγος Κώστας Τσουρής: «Το πιο εντυπωσιακό τμήμα του υδραγωγείου είναι οι Καμάρες μέσα στην ίδια την πόλη. Πρόκειται για ένα πραγματικό δειγματολόγιο μορφών τόξων…Υπάρχουν τόξα ημικυκλικά, οξυκόρυφα, λιθόκτιστα, πλινθόκτιστα, με εναλλαγή λίθων και πλίνθων, κατά ένα τμήμα τους λιθόκτιστα και κατά άλλο πλινθόκτιστα, με υποχώρηση από την τειχοποιία ή χωρίς υποχώρηση, οριοθετημένα ή ελεύθερα… Όλα δείχνουν μακραίωνη και αδιάκοπη συντήρηση». Η μόνη γνωστή επέμβαση είναι του 1818. Τότε επισκευάστηκε το νότιο τμήμα των Καμάρων, προς την πλευρά των τειχών της πόλης, όπως μαρτυρεί και σχετική επιγραφή, εντειχισμένη στις Καμάρες. Την ίδια εποχή έγιναν και επεμβάσεις στο δίκτυο της χερσονήσου για να υδροδοτηθεί το Ιμαρέτ.

Τα προβλήματα άρχισαν να εμφανίζονται το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες το νερό του παλιού υδραγωγείου δεν επαρκούσε. Αιτία ήταν η αύξηση των αναγκών της χερσονήσου αλλά και η δημιουργία των νέων τουρκικών συνοικιών του ανατολικού μέρους της πόλης (Γενή Μαχαλέ, Χαμιντιγιέ, Σελιμιγιέ), που υδροδοτούνταν κι αυτές από τις πηγές της Παλιάς Καβάλας. Στις αρχές του 20ού αιώνα με πρωτοβουλία του χεδίβη της Αιγύπτου εκπονήθηκε σχέδιο για τη βελτίωση και επέκταση του δικτύου ύδρευσης της χερσονήσου, που όμως δεν υλοποιήθηκε.

Το 1912-1913 οι αρχές της πρόσκαιρης βουλγαρικής διοίκησης κατάργησαν τα επί αιώνες προστατευτικά μέτρα και μετέτρεψαν το μονοπάτι του νερού σε δρόμο. Η διέλευση πεζών, κοπαδιών και αμαξών προκαλούσε βλάβες και ρήγματα στον αγωγό, με αποτέλεσμα την απώλεια του νερού και τις συχνές μολύνσεις του.

Στα χρόνια της εγκατάστασης των προσφύγων το νερό έφτανε στην παλιά πόλη μέρα παρά μέρα και μόνο για λίγες ώρες και οι κοινόχρηστες βρύσες γίνονταν θέατρο ομηρικών καυγάδων για το σπάνιο αγαθό. Για να μειωθεί η λειψυδρία, στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η χερσόνησος της Πανάγιας υδροδοτήθηκε και από τη δεξαμενή του Αγίου Αθανασίου. Το αρχαίο υδραγωγείο άρχισε να περιπίπτει σε αχρηστία και έκλεισε τον κύκλο της ζωής του στα μέσα του 20ού αιώνα.

Σήμερα οι Καμάρες έχουν χά
σει πολύ από το ζωτικό τους χώρο: Το επιβλητικό υδραγωγείο που επί αιώνες κυριαρχούσε στο τοπίο και ήταν ορατό από παντού, ασφυκτιά μέσα στις πολυκατοικίες και σταδιακά εξαφανίζεται. Κάτω από τα τόξα του περνούν οι δρόμοι που συνδέουν το κέντρο της πόλης με τις ανατολικές περιοχές της. Αταίριαστες και ακαλαίσθητες κατασκευές παρενοχλούν το μνημείο, κυρίως προς την πλευρά του καρνάγιου, ενώ ανάμεσα σε κάποια ποδαρικά του διατηρούνται ακόμη τα μικρά προσφυγικά σπιτάκια.

Παρόλα αυτά το μνημείο διατηρεί αμείωτη τη γοητεία του. Συνέβαλε σ’ αυτό η πρόσφατη εξαιρετική αναστήλωση του από τη 12η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της πόλης μας. Απομένει η ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου που θα αναδείξει τις ομορφιές του και βέβαια η συστηματική αρχαιολογική έρευνα, που θα αποκαλύψει τα κρυμμένα μυστικά του ιστορικού παρελθόντος του.

Η συντήρηση του Υδραγωγείου το 16ο αιώνα.

Σύμφωνα με οθωμανικές αρχειακές πηγές, στα μέσα του 16ου αιώνα η συντήρηση του νεόδμητου υδραγωγείου της Καβάλας είχε ανατεθεί στη μικρή χριστιανική κοινότητα της πόλης. Συγκεκριμένα, 34 χριστιανικές οικογένειες όφειλαν κάθε χρόνο να παραδίδουν 100 kile (περίπου 2.600 κιλά) κιμωλία, ένα καντάρι (περίπου 54 κιλά) λινέλαιο και μεγάλη ποσότητα βαμβακιού, πρώτες ύλες για τη δημιουργία του μείγματος με το οποίο θα έκλειναν τις τρύπες στις ενώσεις των υδροσωλήνων. Κάθε φορά που ερχόταν σουλτανική διαταγή για την επιδιόρθωση του υδραγωγείου, έπρεπε να ετοιμάσουν το στόκο και να διαθέσουν την εργατική τους δύναμη. Ακόμη 18 οικογένειες και 13 άγαμοι νέοι ήσαν επιφορτισμένοι με τις βοηθητικές εργασίες της συντήρησης. Έναντι αυτών των υπηρεσιών τους, οι χριστιανοί της Καβάλας απολάμβαναν ένα ειδικό καθεστώς φορολογικών απαλλαγών.