Κωνσταντίνος Τσουρής: Η ύδρευση της πόλης.

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουρή:

«Νεάπολις – Χριστούπολις – Καβάλα Διορθώσεις, προσθήκες παρατηρήσεις στην οχύρωση και την ύδρευση», Ανάτυπο του Αρχαιολογικού Δελτίου τόμος 53A (1998), σελ. 413-416 Αθήνα 2002.

Κατά την 3η δεκαετία του 16ου αιώνα η άνυδρη χερσόνησος της Παναγίας υδροδοτήθηκε με τα νερά πηγής που βρίσκεται σε παλαιό μονοπάτι που οδηγούσε στην περιοχή της Παλιάς Καβάλας. Η πηγή είναι γνωστή ως «μάνα του νερού», ή «Σούμπαση» ή «Τρία Καραγάτσια» και απέχει 6.400 μ. περίπου από τα τείχη της πόλης. Σήμερα φαίνεται στο μεγαλύτερο μέρος του ως έργο ενιαίο, που εκτελέστηκε βάσει καλά μελετημένου σχεδίου και που απαιτούσε ειδικές γνώσεις και όχι απλώς την πείρα συνηθισμένων μαστόρων. Το εξαιρετικό προσόν της κατασκευής είναι η μέγιστη οικονομία της φύσης. Οι τεχνίτες εκμεταλλεύτηκαν πλήρως και την τελευταία πιθαμή γης, εναρμόνισαν το έργο τους με το φυσικό περιβάλλον, στο οποίο δεν προκάλεσαν ούτε μία αμυχή. Το υδραγωγείο ύδρευσε την πόλη μέχρι τις αρχές του 20ου, περιέπεσε σε αχρηστία μόνον κατά τα μέσα του και θα μπορούσε -με μικρή μόνον συντήρηση -να χρησιμοποιηθεί και σήμερα ως αξιοθέατο.

Η πρώτη και κύρια πηγή βρίσκεται σε υψόμετρο 400 μ. Μόλις το νερό εξέλθει από το βράχο, συλλέγεται σε λιθόκτιστη κατασκευή, η οποία διαθέτει κάθοδο και λεκάνη για τον κατακαθισμό των ξένων υλικών. Εκτός από την πρώτη υπήρχαν και άλλες δευτερεύουσες μάνες κατά μήκος της διαδρομής του αγωγού, οι οποίες συμπλήρωναν την τροφοδοσία του με νερά. Αμέσως μετά την έξοδο του από τη γη το νερό διοχετεύεται σε κτιστό αγωγό τετράπλευρης διατομής, επιχρισμένο με ρόδινο υδραυλικό κονίαμα και καλυπτόμενο με ακανόνιστες μαρμαρόπλακες και σχιστόπλακες ή με λαξευμένους μακρόστενους λίθους, οι οποίοι έχουν τομή σχήματος ακανόνιστου ημικυκλίου (Πίν. 132 α). Τα κενά ανάμεσα τους σφραγίζονται καλά με ασβεστοκονίαμα. Ο αγωγός ήταν σχεδόν επίγειος σε όλο του το μήκος έξω από την πόλη. Μερικές δεκάδες μέτρα μετά την πηγή βρίσκεται η πρώτη κρήνη και στη συνέχεια σε όλο το μήκος του αγωγού υπάρχουν άλλες τρεις, όλες κτιστές και με κτιστές σκάφες (γούρνες) για το πότισμα ζώων. Κάλυπταν τις ανάγκες όχι μόνο όσων οδοιπορούσαν στο μονοπάτι Παλιάς Καβάλας-Καβάλας αλλά και των κοπαδιών που έβοσκαν στα υψώματα γύρω από τους δύο οικισμούς.

Δεν εντόπισα φρεάτια στην πορεία του αγωγού, απαραίτητα για τον καθαρισμό του καναλιού, ούτε συλλεκτήρες (κατακαθιστές), απαραίτητους για να κατακάθονται τα ξένα υλικά. Συλλεκτήρες υπήρχαν στις κρήνες.

Στο πρώτο τμήμα της πορείας του ο αγωγός παρουσιάζει ισχυρή κλίση, ενώ όσο μεγαλώνει η απόσταση από τη μάνα, τόσο η κλίση μικραίνει. Αναλυτικά: μετά τα πρώτα 1450 μ. ο αγωγός κατεβαίνει στο υψόμετρο των 200 μ. μετά τα επόμενα 2850 μ. περίπου κατεβαίνει στο υψόμετρο των 100 μ. εν τέλει στις Καμάρες κατεβαίνει στο υψόμετρο των 75 μ. περίπου. Παρακολουθεί τις υψομετρικές καμπύλες. Πέντε υδατογέφυρες γεφυρώνουν τις ρεματιές που διακόπτουν την πορεία του (Πίν. 132 β-γ, 133 α-γ και 134 α). Οι τέσσερις είναι μονές μία μόνο διαμορφώνεται από δύο σειρές τόξων, η κατώτερη με ένα τόξο, η ανώτερη με τρία. Σήμερα μπορεί κανείς να παρακολουθήσει αδιάκοπα την πορεία του (παρακολουθώντας ταυτοχρόνως και τους λάκκους που αφήνουν πίσω τους οι λαθρανασκαφείς ανά μερικές εκατοντάδες μέτρα) μέχρι την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου στο άκρο της σύγχρονης πόλης. Από κει και κάτω η πορεία του συνέπιπτε με την οδό Αγίου Κωνσταντίνου (ή Παλιάς Καβάλας ή – επισήμως -13ης Σεπτεμβρίου 1945) και στη συνέχεια με την οδό Κωνσταντινίδου Ποιητού, για να οδηγηθεί στο τελευταίο τμήμα του, δηλαδή στις Καμάρες, το μεγάλο τοξωτό υδραγωγείο, που ενώνει τα δύο αντικριστά υψώματα. Τη διανομή του νερού στην οθωμανική πόλη περιγράφει επαρκώς η Αιμ. Στεφανίδου, ενώ σχέδιο με το σύστημα ύδρευσης της πόλης δημοσιεύεται στο τεύχος Καβάλα, Intra Muros.

Ο Γ. Μπακαλάκης πρώτος δέχτηκε ότι υπήρχε βυζαντινό υδραγωγείο, πριν χτιστεί το οθωμανικό. Στηρίχτηκε στις διαφορετικές μορφές των τόξων και στα ξαναχρησιμοποιημένα υλικά του υδραγωγείου. Οι παρατηρήσεις είναι σωστές, χρειάζεται μόνο λεπτομερέστερη τεκμηρίωση. Κατά μήκος του αγωγού από τη μάνα του νερού μέχρι την πόλη διαπιστώνει κανείς συστηματικές επισκευές: λίθοι με υδραυλικό κονίαμα από το κανάλι του νερού χρησιμοποιούνται στις εξωτερικές πλευρές του αγωγού. Φυσικά δεν αποκλείεται οι επισκευές αυτές να πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Έτσι κι αλλιώς, τα έργα ύδρευσης παρουσιάζουν ποικίλα προβλήματα πολύ πριν παρέλθει μία γενιά από την κατασκευή τους, η μέριμνα για τη συντήρηση τους είναι διαρκής και οι κατά τόπους επισκευές αρχίζουν μέσα σε λίγα χρόνια από την έναρξη της λειτουργίας τους. Επίσης διαπιστώνεται ότι δυο από τις γέφυρες είναι διαφορετικές από τις υπόλοιπες και προφανώς είναι οι παλαιότερες: τα τόξα τους με πλίνθους και πλακοειδείς λίθους, οξυκόρυφο το ένα, ακανόνιστα ημικυκλικό το άλλο, διαφέρουν από τα τόξα των λοιπών τριών, που είναι λιθόκτιστα, είναι οριοθετημένα, εμφανίζουν υποχώρηση από το πρόσωπο της υπόλοιπης τοιχοποιίας και γενικά είναι προσεκτικά κατασκευασμένα διαφέρουν επίσης και από τα τόξα των Καμάρων της πόλης, από τα οποία ελάχιστα είναι οξυκόρυφα, ενώ τα ημικυκλικά είναι κατασκευασμένα με μεγάλη επιμέλεια, τέλος, για να στρωθεί το κανάλι του νερού του 1520-1530, χρειάστηκε στις δύο αυτές γέφυρες να υπερυψωθεί το επίπεδο του οδοστρώματος, ούτως ώστε η επιφάνεια της γέφυρας να έλθει στο ίδιο ύψος με τον επίγειο αγωγό. Το οξυκόρυφο τόξο δεν είναι μορφή άγνωστη στη βυζαντινή αρχιτεκτονική (αν και συναντάται σπανιότατα και δεν γνώρισε τη διάδοση του ημικυκλικού) και από την άποψη αυτή δεν μπορεί κανείς να απορρίψει κατηγορηματικά μια χρονολόγηση της γέφυρας στα βυζαντινά χρόνια, χρονολόγηση που ενισχύεται κάπως περισσότερο από τη διαπίστωση ότι το τόξο είναι παλαιότερο του οθωμανικού έργου.

Το πιο εντυπωσιακό τμήμα του υδραγωγείου είναι οι Καμάρες μέσα στην ίδια την πόλη. Πρόκειται για ένα πραγματικό δειγματολόγιο μορφών τόξων, υλικών δομής και μορφών τειχοποιίας. Υπάρχουν τόξα ημικυκλικά, οξυκόρυφα, λιθόκτιστα, πλινθόκτιστα, με εναλλαγή λίθων και πλίνθων, κατά ένα τμήμα τους λιθόκτιστα και κατά άλλο πλινθόκτιστα, με υποχώρηση από την τειχοποιία ή χωρίς υποχώρηση, οριοθετημένα ή ελεύθερα διαπιστώνονται αργολιθοδομές, λιθοδομές με πλινθία άτακτα, λιθοδομές με πλινθία στους οριζόντιους αρμούς, εντοπίζονται κενά που έχουν φραχτεί ανάμεσα στα ποδαρικά των ανώτερων σειρών: όλα δείχνουν μακραίωνη και αδιάκοπη συντήρηση. Για να καταλήξει η έρευνα σε ασφαλή συμπεράσματα, απαιτείται συστηματική μελέτη και δημοσίευση του υδραγωγείου και αυτή δεν είναι στις προθέσεις του γράφοντος. Εκείνο όμως που επισημαίνεται και εκτίθεται ιδιαιτέρως εδώ είναι η τειχοποιία του κατωτέρου τμήματος τριών συνεχομένων μεσοβάθρων. Η τειχοποιία εδώ είναι με μεγάλους χοντροπελεκημένους λίθους οριζόντιες πλίνθοι ή πλινθία γεμίζουν τα κενά που προκύπτουν από το ακανόνιστο των λίθων μια ζώνη με τέσσερις στρώσεις πλίνθων είναι το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό. Τα μεσόβαθρα με την τειχοποιία αυτή είναι τα παλαιότερα τμήματα της κατασκευής, έχουν κανονικά πρόσωπα και οι πλίνθινες ζώνες τους εμφανίζουν επίσης κανονικά τελειώματα χωρίς τίποτε να προδίδει μεταγενέστερες επεμβάσεις. Κανένα στοιχείο δεν δείχνει ότι η τειχοποιία συνεχιζόταν ανάμεσα στα μεσόβαθρα: αυτά πάντοτε στέκονταν πανταχόθεν ελεύθερα. Ανεξάρτητα από την ποικιλία των τόξων και της τοιχοποιίας που εμφανίζουν οι καμάρες και ανεξάρτητα από τη χρονολόγηση που θα μπορούσε να προτείνει κανείς για τα άλλα τμήματα, τα τρία ποδαρικά εμφανώς ανήκουν σε φάση αρχαιότερη του 1520-1530. Οι πλίνθοι και τα πλινθία στους αρμούς αποκλείουν χρονολόγηση στην υστερορωμαϊκή περίοδο, ενώ η διάταξη τους δεν δείχνει υστεροβυζαντινή περίοδο. Με τη σειρά του ο συνδυασμός της πλίνθινης ζώνης με την τειχοποιία με τα άτακτα πλινθία στους αρμούς επιτρέπει χρονολογική τοποθέτηση πριν από τους ύστερους βυζαντινούς αιώνες: η περίοδος ανάμεσα στο 10ο και στο 12o αιώνα είναι πιθανό ότι είδε την ανέγερση αυτών των μεσοβάθρων που δεν ανήκουν σε οχυρωματικό έργο και δεν μπορεί παρά να ανήκουν σε υδραγωγείο. Ο Ιμπραήμ πασάς το βρήκε σε κακή κατάσταση καθώς για έναν ολόκληρο αιώνα -το 15ο- ή ίσως και για πολύ περισσότερους κάθε αστική λειτουργία είχε διακοπεί, και επομένως η ανάγκη συντήρησης ήταν επιτακτική. Η ριζική επισκευή του κατά τα έτη 1520-1530 έδωσε στο υδραγωγείο τη σημερινή του περίπου μορφή. Έτσι εξηγείται γιατί ο P. Belon, που πέρασε από την Καβάλα τρεις περίπου δεκαετίες μετά την επισκευή του υδραγωγείου, μιλά για αναστήλωση (Abrahim Pacha restaura un conduit d’ eau) και όχι για εξ υπαρχής ανοικοδόμηση-κατασκευή και αναφέρει ότι το υδραγωγείο είναι έργο των βασιλέων της Μακεδονίας. Στον Τούρκο αξιωματούχο σίγουρα οφείλονται δυο τόξα στο άκρο των Καμάρων κάτω από το μέγαρο της οδού Κωνσταντινίδου Ποιητού 16 και η δίτονη υδατογέφυρα στο μονοπάτι προς την Παλιά Καβάλα.

Η χρονολόγηση που προτάθηκε αμέσως προηγουμένως στηρίζεται αποκλειστικά σε κριτήριο μορφολογικό. Ερευνώντας, ωστόσο, την ύδρευση στις βυζαντινές πόλεις διαπιστώνει κανείς ότι στην πραγματικότητα κατά τους βυζαντινούς αιώνες δεν έχουν κατασκευαστεί σε βυζαντινές πόλεις υδραγωγεία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που συνδέονται κατά κανόνα με μεγαλουπόλεις, ενώ αναφέρονται ή είναι γνωστά υδραγωγεία μονών. Επίσης γίνεται δεκτό από τις σχετικές έρευνες ότι κατά τη διάρκεια της μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου εξακολούθησαν να βρίσκονται σε χρήση ρωμαϊκά ή υστερορωμαϊκά υδραγωγεία, επισκευασμένα ή όχι. Στην εικόνα αυτή ένα μεσοβυζαντινό υδραγωγείο (προορισμένο να εξυπηρετήσει έναν άσημο οικισμό, όπως η Χριστούπολις) αποτελεί παραφωνία. Σκέπτομαι λοιπόν ότι και στην περίπτωση της Χριστουπόλεως έχουμε να κάνουμε με ρωμαϊκό το υδραγωγείο της Νεαπόλεως που εξακολούθησε να χρησιμοποιείται συντηρούμενο και κατά τους βυζαντινούς αιώνες – ίσως – και κατά την Τουρκοκρατία οπωσδήποτε. Οι πλίνθοι και τα πλινθία στους αρμούς εξηγούνται, αν τα αποδώσει κανείς σε βυζαντινές επισκευές ή αν δεχτεί ότι αποτελούσαν οικοδομική τεχνική και κατά τη Ρωμαιοκρατία, τουλάχιστον σε κατασκευές, όπως τα υδραγωγεία. Τι από όλα συμβαίνει, μόνον μια ειδική, εκτεταμένη έρευνα μπορεί να αποδείξει. Εκείνο που συμπεραίνεται προς το παρόν είναι ότι οι Καμάρες είναι έργο παλαιότερο από την Τουρκοκρατία: ή μεσοβυζαντινό ή ρωμαϊκό.
Advertisements